βοηθός


βοηθός
Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γλύπτης από τη Χαλκηδόνα (τέλη 3ου – μέσα 2ου αι. π.Χ.). Ήταν γιος του Αθηναίωνα και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πλίνιου, εργάστηκε στην αυλή των βασιλιάδων της Περγάμου Άτταλου και Ευμένη και θεωρείται ο κατασκευαστής ενός αγάλματος του Αντίοχου της Συρίας. Μεταξύ των σπουδαιότερων έργων του είναι το σύμπλεγμα Παις πνίγων χήνα, που διακρίνεται για την πλαστική του δύναμη, τη χάρη και την ακρίβεια στην απόδοση των μορφών και τη λεπτότητα της κίνησης, επίχρυσο άγαλμα του Καθημένου παιδός που βρίσκεται στο Ηραίο της Ολυμπίας και το χάλκινο του Ερμή, που φέρει στο κεφάλι ταινία εξαιρετικής φυσικότητας. Ο Β. ασχολήθηκε επίσης και με τη χαρακτική και, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, χαρακτικά του έργα κοσμούσαν τον ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Ρόδο, όπου Δανοί αρχαιολόγοι βρήκαν βάση αγάλματος με επιγραφή που έλεγε ότι ο Β. ήταν αυτός που την είχε αφιερώσει. 2. Ανδριαντοποιός (2ος αι. π.Χ.). Είναι γνωστός από επιγραφή σε βάση ανδριάντα του επιμελητή Επίγονου, που κατασκεύασε με τη συνεργασία κάποιου ομότεχνού του Θεοδοσίου. 3. Γλύπτης (2ος; αι. π.Χ.). Κατασκευαστής θαυμάσιου σφραγιδόγλυφου, που παριστάνει τον Φιλοκτήτη να δροσίζει την πληγή του. Ορισμένοι θεωρούν το έργο αυτό απομίμηση γνωστού χαρακτικού του γλύπτη Β. (βλ. 1.). 4. Στωικός φιλόσοφος από τη Σιδώνα (2ος αι. π.Χ.). Έγραψε, όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, τις πραγματείες Περί ειμαρμένης, Περί φύσεως κ.ά. Η φιλοσοφία του απέκλινε από τη διδασκαλία των Στωικών αναφορικά με τη θεωρία της γνώσης και την ουσία του θεού, την οποία ταύτιζε με τη σφαίρα των απλανών. 5. Περιπατητικός φιλόσοφος από τη Σιδώνα (1ος αι. π.Χ.). Μαθήτευσε κοντά στον Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Ακολουθώντας το παράδειγμα του τελευταίου, επιδόθηκε στην ερμηνεία των αριστοτελικών έργων και έγραψε πλήθος υπομνημάτων: Κατηγορίες, Φυσικήν ακρόασιν, Αναλυτικά πρότερα κ.ά. 6. Επιγραμματοποιός από την Ταρσό (1ος αι. π.Χ.). Υπήρξε προστατευόμενος του Αντωνίου, τον οποίο ύμνησε μετά τη μεγάλη του νίκη στους Φιλίππους. Αργότερα εξορίστηκε μαζί με τους οπαδούς του από τον Αύγουστο. Επίγραμμά του που στρέφεται εναντίον του μίμου Πυλάδη σώζεται στην Ανθολογία. 7. Επικούρειος φιλόσοφος και γεωμέτρης (1ος; αι. μ.Χ.). Η μοναδική αναφορά που έχουμε για αυτόν είναι από τον Πλούταρχο. 8. Λεξικογράφος (2ος αι. μ.Χ.). Έγραψε, όπως μας πληροφορεί ο Φώτιος, Συναγωγή λέξεων πλατωνικών,για την οποία χρησιμοποίησε και τον Πάμφιλο. 9. Περιπατητικός φιλόσοφος από την Πτολεμαΐδα (2ος αι. μ.Χ.). Δίδαξε φιλοσοφία στην Αθήνα.
* * *
ο, η (AM βοηθός)
εκείνος που προσφέρει βοήθεια, αρωγός
μσν.- νεοελλ.
προστάτης
νεοελλ.
1. ο συνεργάτης ο συμπαραστάτης
2. ο εργαζόμενος υπό την εποπτεία ή διεύθυνση προϊσταμένου
3. ο μαθητευόμενος σε κάποια τέχνη
4. τίτλος επιστήμονα που εργάζεται σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή ερευνητικό κέντρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βοηθώ με υποχωρητικό σχηματισμό ή βοηθός < *βοηθο[F]ος (*βo[F]āθo[F]) με συναίρεση].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βοηθός — (ο / η) помощник, помощница; ΦΡ. ο Θεός βοηθός Бог в помощь (пожелание) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Βοηθός — hasting to the cry for help masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθός — hasting to the cry for help masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βόηθος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθός — ο 1. συμπαραστάτης, αυτός που δίνει βοήθεια, αρωγός: Στο καλό και ο Θεός βοηθός. 2. υπάλληλος, συνεργάτης που εργάζεται κάτω από την επιστασία άλλου: Είναι βοηθός χειρούργος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βοηθός — [воитос] ουσ. помощник, ассистент …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἀδελφὸς ἀδελφοῦ βοηθός… — См. Свой своему поневоле друг …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βοηθόν — βοηθός hasting to the cry for help masc/fem acc sg βοηθός hasting to the cry for help neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρωγός, -ός, -ό — βοηθός, προστάτης: Στις προσπάθειές του αυτές αρωγός στάθηκε ο θείος του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βοηθοῖς — Βοηθός hasting to the cry for help masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.